δοξολογία


δοξολογία
[доксологиа] ουσ. Θ.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δοξολογία" в других словарях:

  • δοξολογία — δοξολογίᾱ , δοξολογία laudation fem nom/voc/acc dual δοξολογίᾱ , δοξολογία laudation fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοξολογίᾳ — δοξολογίᾱͅ , δοξολογία laudation fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοξολογία — η 1) благодарственные молитвы Господу и Святой Троице, начинающиеся со слов «Слава Отцу и Сыну и Святому Духу» (малое славословие) или с фразы «Слава в вышних Богу» (великое славословие); 2) благодарственный молебен; 3) славословие …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • δοξολογία — Τύπος χριστιανικής προσευχής με τον οποίο δοξάζεται o Θεός με λόγους ή με ύμνους. Ο τύπος αυτός προσευχής είναι αρχαιότατος· με αυτόν οι χριστιανοί μιμήθηκαν την ιουδαϊκή συνήθεια να επισφραγίζουν κάθε λειτουργική ευχή με δ. του τριαδικού Θεού.… …   Dictionary of Greek

  • δοξολογία — η 1. ευχαριστήριος ύμνος που αρχίζει με τη λέξη «δόξα». 2. λειτουργία στην εκκλησία που γίνεται για κάποιο σημαντικό γεγονός: Στη δοξολογία για την επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης παραβρέθηκε σύσσωμο το δημοτικό συμβούλιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δοξολογίας — δοξολογίᾱς , δοξολογία laudation fem acc pl δοξολογίᾱς , δοξολογία laudation fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοξολογίαι — δοξολογίᾱͅ , δοξολογία laudation fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοξολογίαν — δοξολογίᾱν , δοξολογία laudation fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοξολογιῶν — δοξολογία laudation fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοξολογίαις — δοξολογία laudation fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)